Αδυναμία ελέγχου, αιτία για «φάουλ» στο σύστημα υγείας

Πάνω από 1000 νέα σκευάσματα, προϊόντα έρευνας και ανάπτυξης που αφορούν κυρίως την ογκολογία, αναμένονται την επόμενη πενταετία και σε τιμές που ακόμη και τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα υγείας θα αδυνατούν να ανταποκριθούν, γεγονός που χρειάζεται να αντιμετωπιστεί διεθνώς.

Στο μεταξύ όμως, στην Ελλάδα καθυστερούν να έρθουν καινούρια φάρμακα. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια μέχρι την έγκριση καινούριας λίστας συνταγογραφουμένων φαρμάκων, στερώντας επί τετραετία τους ασθενείς από νέες θεραπευτικές δυνατότητες, χωρίς βέβαια η πλειονότητα των ασθενών να το γνωρίζει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Τέσσερα μέτρα από τον ΕΟΦ για τις ελλείψεις φαρμάκων – Ποια φάρμακα δεν υπάρχουν

Στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής, έχουν εγκριθεί τα μισά και πλέον από τα 90 από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ε.Ε. μεταξύ 2018-2021. Ακόμη και από αυτά όμως, μόνο το 42% είναι πλήρως διαθέσιμα στη χώρα, ενώ το υπόλοιπο 58% αντιμετωπίζει περιορισμένη διαθεσιμότητα.

Ο χρόνος μέχρι τη διαθεσιμότητα από την άδεια κυκλοφορίας φτάνει στην Ελλάδα σχεδόν δύο χρόνια (674 ημέρες) κατατάσσοντας την χώρα στην 6η θέση από το τέλος, μεταξύ των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών. Μάλιστα, την τελευταία χρονιά, βελτιώθηκε ο χρόνος διαθεσιμότητας κατά ένα εξάμηνο περίπου (176 ημέρες).

Τα στοιχεία αυτά παρέθεσαν ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) Ολύμπιος Παπαδημητρίου, ο αντιπρόεδρος του ΣΦΕΕ Μάριος Κοσμίδης, το μέλος του Δ.Σ. Έλενα Χουλιάρα και ο γενικός διευθυντής Μιχάλης Χειμώνας, σε συνέντευξη Τύπου για τις προτεραιότητες του Συνδέσμου με αφορμή τη νέα κυβέρνηση.

Σε ότι αφορά τις ελλείψεις φαρμάκων που αντιμετωπίζει η χώρα τον τελευταίο καιρό, ο κ. Παπαδημητρίου επεσήμανε πως ζητήθηκε η αύξηση των εισαγωγών κατά 10%, ένα ποσοστό που δεν ακολουθεί την επιδημιολογία με αποτέλεσμα σε κάποια σκευάσματα η συγκεκριμένη αύξηση της ποσότητας να μην επαρκεί και σε άλλα να περισσεύει. Από την άλλη πλευρά, η φαρμακοβιομηχανία στέλνει τα στοιχεία πωλήσεων στον ΕΟΦ καθημερινά. Όμως ο Οργανισμός δεν έχει επαρκές προσωπικό ώστε να ασκείται έλεγχος για τις ελλείψεις. Και επιπλέον με την νέα πλατφόρμα που δημιουργείται στον ΕΟΦ, ο κ. Παπαδημητρίου εξέφρασε την απορία ποιος θα παρακολουθεί τα δεδομένα που προκύπτουν από την πλατφόρμα αυτή, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «αν δεν επιτηρεί ο διαιτητής, το φάουλ θα γίνει».

Την ίδια στιγμή σημείωσε ότι το ΙΦΕΤ εξελίσσεται σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη επιχείρηση, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό του φαρμάκου με 200 εκατ. ευρώ, καθώς δεν έχουν αναζητηθεί εναλλακτικές λύσεις για την αντιμετώπιση των ελλείψεων, τονίζοντας ότι το ΙΦΕΤ πρέπει να αγοράζει φάρμακα σε πιο λογικές τιμές.

Παράλληλα, ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ, αναφέρθηκε στο παράδοξο οι ανασφάλιστοι να μειώνονται, και παρόλα αυτά, η επιβάρυνση του συστήματος από το κόστος φαρμακευτικής περίθαλψής τους να αυξάνεται, έχοντας φτάσει πλέον τα 320 εκατ. ευρώ.

Όλα αυτά δεν βοηθούν στον εξορθολογισμό της δημόσιας χρηματοδότησης για φαρμακευτική περίθαλψη, όπως επίσης συμβαίνει και με την καθυστέρηση της ψηφιοποίησης του συστήματος υγείας, την προώθηση του φακέλου ασθενή, τη σύνδεση των διαγνωστικών κέντρων και των νοσοκομείων με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, την καθιέρωση των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και την ψηφιοποίησή τους.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Παπαδημητρίου, «δεν υπάρχουν στο σύστημα υγείας στοιχεία που να αποτρέπουν την κακή απόδοση των πόρων».

Πρόσθεσε πως στις περιπτώσεις κατάχρησης της συνταγογράφησης, τα προβλήματα αυτά πρέπει να προλαμβάνονται και να μην συμβαίνουν. Όμως και τώρα, δεν υπάρχει επανόρθωση της ζημιάς που προκαλείται. Πρότεινε από την πλευρά του ΣΦΕΕ στις περιπτώσεις που επιβάλλονται πρόστιμα, τα ποσά να προστίθενται στον προϋπολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης.

Στις προτεραιότητες του ΣΦΕΕ σύμφωνα με τον κ. Παπαδημητρίου περιλαμβάνεται επίσης, η δημιουργία ταμείου καινοτομίας για την διασφάλιση της δυνατότητας χρηματοδότησης των καινοτόμων θεραπειών που θα έρθουν στο άμεσο μέλλον, η προσέλκυση επενδύσεων καθώς μόνο από κλινικές μελέτες μπορούν να αντληθούν στη χώρα τουλάχιστον 500 εκατ. ευρώ όταν το Βέλγιο με αντίστοιχο πληθυσμό πραγματοποιεί κλινικές μελέτες ύψους 5 δις., διασφάλιση της λειτουργικότητας του συστήματος, καθώς τελευταία στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης τέθηκε ζήτημα αναδρομικής ισχύος της συμφωνίας από την αρχή του 2022, ενώ μέχρι σήμερα έχει εκδοθεί μόνο το clawback του πρώτου εξαμήνου του 2022 για τον ΕΟΠΥΥ παρότι βρισκόμαστε στον 7ο μήνα την επόμενης χρονιάς και η προηγούμενη χρήση έχει κλείσει.

Σημαντική είναι και η πορεία των διαπραγματεύσεων στην Ε.Ε. για την αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Φαρμακευτικής Στρατηγικής, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής νομοθεσίας, με την οποία μειώνεται κατά δύο χρόνια η προστασία της αποκλειστικότητας των δεδομένων.

Όπως ανέφερε ο γενικός διευθυντής κ. Χειμώνας, μέχρι στιγμής, οι διαπραγματεύσεις της ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας έχει αποδεχθεί την ταυτόχρονη αίτηση για ένταξη των νέων φαρμάκων στα συστήματα υγείας των 27 χωρών μελών με έγκριση τιμής και συνταγογράφησης, καθώς και τη δημιουργία ενός πόρταλ όπου θα ενημερώνει για την κατάσταση έγκρισης  του κάθε νέου φαρμάκου σε κάθε χώρα μέλος, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα ανάκτησης αυτής της διετίας προστασίας των δεδομένων. Εάν η πρόταση αυτή δεν γίνει αποδεκτή, τότε θα έχει δημιουργηθεί ένα πρόσθετο αντικίνητρο για προσέλκυση της καινοτομίας στην Ευρώπη – ήδη το ποσοστό των κλινικών μελετών που διενεργούνται στην Ευρώπη έχει πέσει από 30% στο 22%, καθώς επιλέγονται πλέον οι ΗΠΑ ή χώρες της Ασίας, ενώ παράλληλα δημιουργείται έδαφος για περαιτέρω αύξηση των τιμών των φαρμάκων.

Προηγούμενο άρθροΕΛΓΟ Δήμητρα: Κίνδυνος απώλειας ζωικών και γενετικών φυτογενετικών πόρων
Επόμενο άρθροΟλυμπιακός – Σλούκας: Οι αρχές της ομάδας είναι αδιαπραγμάτευτες