Μόλις σήμερα, ήρθε στο φως μια υπόθεση για την απάνθρωπη μεταχείριση ενός 55χρονου με ψυχολογικά προβλήματα, στον οικισμό του Αλιβερίου στον  Βόλο. Οι ηλικιωμένοι γονείς του, υποστηρίζοντας ότι ήταν επιθετικός και ότι φοβόντουσαν μην κάνει κακό σε άλλους ανθρώπου τον είχαν δεμένο στην αυλή, σαν ζώο, με αλυσίδα 15 μέτρων. Ζούσε σε μια παράγκα και έκανε την ανάγκη του σε εξωτερική τουαλέτα. H υπόθεση εκτός των άλλων αποτελεί ράπισμα στο κοινωνικό κράτος καταδεικνύοντας το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης δομών και κεντρικής μέριμνας για ψυχικά ασθενείς.

Η ιστορία αυτή όπως και άλλες παρόμοιες, φέρνουν στο νου το Κωσταλέξι Λαμίας. Το μικρό χωριό, που το όνομά του, έγινε συνώνυμο της απομόνωσης, της κακομεταχείρισης και της απανθρωπιάς. Η τραγική ιστορία της Ελένης Καρυώτη κατέκλυσε τα μέσα της εποχής σοκάροντας την κοινή γνώμη.

Η τραγική ιστορία με την μυθιστορηματική πλοκή

Στις 7 Νοεμβρίου του 1978 η αστυνομία βρίσκει την 47χρονη Ελένη σε ημιάγρια κατάσταση. Γυμνή, ανίκανη να αρθρώσει λόγο και φοβισμένη, στο υπόγειο (όπως έγραφαν οι εφημερίδες) του σπιτιού της οικογένειας. Οι αποκαλύψεις που ακολουθούν δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ενοχή των συγγενών της και τη συνενοχή όλων των υπόλοιπων.

Οι εφημερίδες της εποχής κατακλύζονται από την δραματική ιστορία δίνοντας στην υπόθεση μια μυθιστορηματική πλοκή. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα γράφτηκαν τότε, η έφηβη Ελένη Καρυώτη ερωτεύτηκε την περίοδο του εμφυλίου πολέμου έναν “αντάρτη” του ΕΛΑΣ ή, κατά άλλη εκδοχή, έναν δάσκαλο κομμουνιστικών φρονημάτων.

Καθώς όμως οι γονείς της ήταν σκληροπυρηνικοί βασιλόφρονες, ήταν αντίθετοι σ’ αυτή σχέση και για να την εμποδίζουν, αλλά και για να γλυτώσουν την “ντροπή”, αποφάσισαν να την κρατήσουν απομονωμένη στο υπόγειο του σπιτιού.

Ο τύπος της εποχής,  οργίασε με αυτά τα σενάρια και σχεδόν όλες οι εφημερίδες υποστήριζαν ότι φιλοξενούσαν συνέντευξη της άτυχης Ελένης, Κάποιοι δημοσιογράφοι, μάλιστα, έδειξαν στην Ελένη τη φωτογραφία του «αγαπημένου» της.

Όλοι στο χωριό γνώριζαν εξαρχής την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ελένη, όμως κανείς ποτέ δεν μίλησε. Ένας περίεργος όρκος σιωπής που καλλιέργησε μια τραγωδία με πολλούς ενόχους. Δεν έγινε ποτέ γνωστό ποιος έκανε τελικά την ανώνυμη καταγγελία μετά από 30 χρόνια και ξεσκέπασε το μυστικό στο σπίτι των αδερφών Καρυώτη.

Η Ελένη μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο της Λαμίας και αργότερα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Παρά την διαταραγμένη ψυχική της κατάσταση, φαίνεται πως άρχισε σε σύντομο χρονικό διάστημα να επικοινωνεί με τους γύρω της, ενώ άρχισαν να κυκλοφορούν και συνεντεύξεις της γυναίκας που μέχρι λίγο πριν δεν μπορούσε να μιλήσει.

Δεν καταλάβαιναν γιατί είχαν κατηγορηθεί

Οι εφημερίδες πούλησαν αμέτρητα φύλλα με το ανήκουστο ερωτικό δράμα. Το πανελλήνιο περίμενε καθηλωμένο κάθε νέα εξέλιξη και πληροφορία που δημοσιευόταν για το γεγονός. Δημοσιεύτηκαν ακόμη και φωτογραφίες του φερόμενου αγαπημένου της και δεν δίστασαν να ανακηρύξουν ύποπτα τα αδέρφια για δολοφονία του άντρα. Η οργή όλων στράφηκε στην οικογένεια και ζητούσαν τιμωρία και εκδίκηση.

Τα αδέρφια Καρυώτη οδηγήθηκαν σε δίκη κατηγορούμενοι για την αρπαγή, απομόνωση και κακοποίηση της αδερφής τους. Η Μαρία, η Ολυμπιάδα και ο Ευθύμιος, ήταν αγρότες με την ελάχιστη, βασική μόρφωση του δημοτικού. Κανένας τους δεν είχε παντρευτεί ή φύγει από το πατρικό τους, καθώς “είχαν καθήκον να φροντίζουν την Ελένη”.

Καθ’ όλη την διάρκεια της δίκης τους δεν εξέφρασαν κανένα συναίσθημα ενοχής, ενώ έδειχναν ως το τέλος ότι δεν καταλάβαιναν καν γιατί ακριβώς είχαν κατηγορηθεί.

«Την Ελένη την αγαπάμε. Εμείς το καθήκον μας κάναμε. Τη κοιτάζαμε για 30 χρόνια. Τη καθαρίζαμε κάθε μέρα. Της δίναμε φαγητό. Σε τι φταίξαμε;», είπαν τα αδέρφια της, όπως αναφέρει η mixanitouxronou.gr.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι κανείς μάρτυρας κατηγορίας δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τους και στις 9 Ιανουαρίου του 1980 τα αδέρφια αθωώθηκαν πανηγυρικά. Οι κάτοικοι του Κωσταλέξι, που είχε γίνει πλέον πασίγνωστο με τον χειρότερο τρόπο, κατηγορούσαν τα μέσα και τις αρχές ότι δυσφήμισαν τον τόπο τους, ενώ και τα αδέρφια Καρυώτη μιλούσαν για παραποίηση των στοιχείων και παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής.

Η σχιζοφρένεια

Αρκετά χρόνια αργότερα, η εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου» έκανε την έρευνά της και αποκάλυψε την πραγματική ιστορία πίσω από την υπόθεση Κωσταλέξι δίνοντας στα γεγονότα μια εντελώς νέα διάσταση.

Η όλη ιστορία με τον απαγορευμένο έρωτα με την πολιτική πινελιά ήταν ιντριγκαδόρικη αλλά δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, ενώ και τα υπόλοιπα στοιχεία της ιστορίας είχαν παρουσιαστεί υπερβολικά ή ήταν απλώς μυθοπλασίες.

Η Ελένη δεν εμφάνισε σημάδια ψυχοπάθειας λόγω του φερόμενου εγκλεισμού και κακοποίησής της, αλλά ήταν πάσχουσα από νεαρή ηλικία. Από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, την δεκαετία του ’50, είχε διαγνωστεί με βαριάς μορφής σχιζοφρένεια.

Σύμφωνα με οικογενειακό πρόσωπο, όταν η μητέρα της Ελένης ήταν έγκυος, οι γιατροί τής πρότειναν να προχωρήσει σε έκτρωση, επειδή υπήρχε μεγάλη πιθανότητα το παιδί να έχει νοητικά προβλήματα. Ωστόσο, η γυναίκα αποφάσισε να κρατήσει το μωρό. Στα πρώτα χρόνια της ζωής της, όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Η Ελένη ήταν ένα έξυπνο παιδί, καλή μαθήτρια και μετά το σχολείο βρέθηκε δίπλα σε μία μοδίστρα για να μάθει την τέχνη.

Ωστόσο, με τον καιρό άρχισε να παρουσιάζει κάποια ψυχολογικά προβλήματα. Στην τρυφερή της ηλικία είχε γίνει αυτόπτης μάρτυρας σε κάποιες από τις πιο σκληρές στιγμές της ιστορίας του χωριού, γεγονός που φαίνεται ότι κλόνισε καταλυτικά τον ψυχισμό της.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις του ψυχιάτρου της Δημήτριου Ντούνια στο δικαστήριο, η κατάστασή της ήταν αρκετά σοβαρή.

«Έσπαζε τζάμια. Έσχιζε τα ρούχα της. Πετούσε τα φαγητά. Γύριζε σαν άγριο θηρίο. Είχε και παραλήρημα».

Οι άθλιες συνθήκες στο Δαφνί και η απόφαση του πατέρα

Όταν το πράγμα έφτασε στο απροχώρητο, ο πατέρας αποφάσισε να πάει τη νεαρή κοπέλα σε έναν παθολόγο. Αυτός τους παρέπεμψε σε ψυχίατρο, ο οποίος με τη σειρά του τους έστειλε στην Αθήνα. Η κατάσταση ήταν σοβαρή και επιδεινωνόταν πολύ γρήγορα. Έπειτα από μια επίσκεψη σε ιδιωτική κλινική, η Ελένη κατέληξε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Δαφνί.

Όμως οι συνθήκες που επικρατούσαν εκεί ήταν άθλιες. Ο πατέρας της βλέποντας την κατάσταση που επικρατούσε στο ψυχιατρείο, αρνήθηκε να αφήσει εκεί το παιδί του. Έτσι αποφάσισε να την κρατήσουν υπό την δική τους προστασία στο σπίτι τους (και όχι στο υπόγειο). Αφενός για να έχουν υπό έλεγχο τα ξεσπάσματα της ασθένειάς της και αφετέρου για να “κρυφτούν” και να προστατευτούν όλοι στην κλειστή κοινωνία όπου ζούσαν.

Πίσω στο πατρικό, η Ελένη ζει κάτω από άθλιες συνθήκες, αλλά σύμφωνα με όλους όσοι γνώριζαν την κατάσταση, το ίδιο συνέβαινε και με την οικογένειά της.

Μάλιστα, στη Μηχανή του Χρόνου, αναφέρεται ότι στην πραγματικότητα η Ελένη ζούσε σε τρία δωμάτια του σπιτιού με τα υπόλοιπα μέλη να στοιβάζονται σε ένα.

Στο χωριό όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μίλαγε, όπως συμβαίνει συχνά σε μικρές, κλειστές κοινωνίες. Η οικογένεια απομακρύνεται από τα κοινά και πλέον βγαίνει από το σπίτι μόνο για να καλλιεργήσει τα χωράφια της και για να πάει στην εκκλησία.

Τα τρία αδέρφια δεν παντρεύτηκαν ποτέ, αν και υπήρξαν συνοικέσια που δεν προχώρησαν. Ο πατέρας τους, τους είχε προειδοποιήσει ότι αν ποτέ εγκατέλειπαν την αδερφή τους θα είχαν την κατάρα του. Έτσι ο εγκλεισμός της Ελένης «κληρονομήθηκε» στα αδέρφια της έπειτα από τον θάνατο των γονιών τους, το 1973.

Η εξαφάνιση

Δύο δεκαετίες μετά, η ιστορία έχει μπει για τα καλά στο χρονοντούλαπο. Η Ελλάδα έχει ξεχάσει την ιστορία της Ελένης, μέχρι που συμβαίνει κάτι αναπάντεχο.

Η Ελένη εξαφανίζεται. Φεύγει, το 1998, από το σπίτι χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν και δεν γυρίζει ποτέ.

Τελικά ποιος φταίει;

Τελικά τι ή/και ποιος φταίει για την υπόθεση της Ελένης από το Κωσταλέξι;

Οι συγγενείς που δεν γνώριζαν πως να διαχειριστούν αυτό που της συνέβαινε, και την κράτησαν έγκλειστη στο σπίτι; Ο κοινωνικός περίγυρος, με τις προκαταλήψεις και την αδιαφορία; Το κράτος και οι φορείς που δεν μερίμνησαν για τη φροντίδα της; Όπως επισημαίνεται, όταν τα φώτα της δημοσιότητας έσβησαν, η Ελένη, που είχε επιβεβαιωθεί με 100% αναπηρία και δεν είχε καν βελτιωθεί η κατάστασή της, αφέθηκε να επιστρέψει στην επιμέλεια των αδερφών της. Χωρίς γιατρούς, φάρμακα και καμία κοινωνική μέριμνα που θα άρμοζε στην περίπτωσή της.

Ιδια είναι τα ερωτήματα και για τα σύγχρονα Κωσταλέξια, καθώς το μεγάλο πρόβλημα της ένδειας δομών και φροντίδας για ψυχικά ασθενείς, μπορεί να μην είναι τόσο έντονο όσο στο παρελθόν, είναι όμως υπαρκτό.

Προηγούμενο άρθροΚοροναϊός – Τα λύματα της Θεσσαλονίκης «μίλησαν» – Αυξημένο το ιικό φορτίο
Επόμενο άρθροΚοροναϊός – Μονοκλωνικό αντίσωμα για τη θεραπεία ασθενών με πρoχωρημένη covid-19 ή με long covid σύνδρομο