Αλλάζουν τα πράγματα

«Αντί λαχτάρες, φυλακές και φτώχειες και εξορίες / των αγαθών εξέλεξες μερίδα. / Χοντρούς λουφέδες και τιμές και πρωτοκαθεδρίες / και την δουλεύεις «φίνα» την πατρίδα». Οι στίχοι είναι του μάλλον άγνωστου στην εποχή μας ποιητή Λευτέρη Αλεξίου, κάθε άλλο όμως παρά μη σημαντικού στην εποχή του. Αδελφός των πολύ γνωστών, σε σχέση με τον ίδιο, πεζογράφων Γαλάτειας Καζαντζάκη και Ελλης Αλεξίου, αλλά και του Ραδάμανθυ, που είχε παντρευτεί την κόρη του Αλέξη Ζορμπά (ένα υπαρκτό και κάθε άλλο παρά επινοημένο από τον Νίκο Καζαντζάκη πρόσωπο στο ομώνυμο μυθιστόρημα) Αναστασία, γιαγιάς του πολύ σπουδαίου, σε σχετικώς πρόσφατα χρόνια, αλλά δυστυχώς φευγάτου πια τραγουδιστή Παύλου Σιδηρόπουλου.

Δεν μπορεί να ξέρει κανείς αν ο Λευτέρης Αλεξίου γνώριζε το κείμενο του Στέφαν Τσβάιχ «Ιστορία και ποίηση» ώστε το συμπέρασμα που σε αυτό καταλήγει ο δημιουργός του έργου «Ο κόσμος του χθες» να το υλοποιεί ο Αλεξίου με έναν τόσο αποτελεσματικό τρόπο. Ποιο είναι το συμπέρασμα αυτό; Οτι η ποίηση απλώς δείχνει, δεν κατονομάζει και ίσως γι’ αυτό καταλαβαίνει κανείς, αν και δεν υπάρχει η παραμικρή μνεία μέσα σε ποια ιστορική συγκυρία έχουν γραφεί τα σατιρικά επιγράμματα του Λευτέρη Αλεξίου.

Κυριότερα όμως σε ποιους αναφέρονται είτε πρόκειται για όσους έχουν προτιμήσει τους λουφέδες και τις τιμές είτε για όσους υφίστανται τις φυλακές και τις εξορίες. Δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να επιχαίρει ή να θλίβεται με το ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο στην εποχή μας να ξεχωρίσει ποιοι θα προορίζονταν για τους λουφέδες και τις τιμές και ποιοι για τις φυλακές και τις εξορίες, αφού όλοι μας είναι πια δυνατό να διεκδικούμε και λουφέδες και τιμές και όχι μόνο να διεκδικούμε αλλά και να κατακτούμε και να απολαμβάνουμε χωρίς να αισθάνεται κανείς μας πως θίγεται στο παραμικρό η ιδεολογική του ταυτότητα.

Θα σταυροκοπηθεί όμως κανείς και θα ρωτήσει: «Μα καλά θα ήταν προτιμότερο να υπάρχουν φυλακές και εξορίες προκειμένου να μπορούμε να διακρίνουμε τους πραγματικά προοδευτικούς σε σχέση με τους φύσει και θέσει συντηρητικούς, και δεν συνιστά μια ουσιαστική εξέλιξη ότι η μόνη μορφή εξορίας που θα μπορούσε να γίνει κατανοητή, έστω και δυσκολοχώνευτα, είναι η αυτοεξορία;». Θα ήταν μωρός όποιος θα ισχυριζόταν το αντίθετο. Οπως όμως και να το κάνουμε είναι ένα πρόβλημα το να δηλώνεις αριστερός ή κομμουνιστής ενώ ξέρεις πως δεν στοιχίζει τίποτα απολύτως, ότι μια ιδεολογία μπορεί να υπάρχει και να νομιμοποιείται έστω και αν τη μετέρχεσαι ακόμα και με τον πιο ευφραδή λόγο χωρίς την προϋπόθεση ότι ενδέχεται να χάσεις οτιδήποτε, έστω την ησυχία σου.

Τρομάζει κανείς όταν σκέφτεται πως τις μεγάλες αλλαγές δεν τις συνειδητοποιείς ενώ υπολογίζεις κατά πόσο έχει μειωθεί ο χρόνος που χρειάζεται για να ταξιδέψεις με τον σιδηρόδρομο από τη Λωζάννη στο Παρίσι, αλλά τι έχει αλλάξει σε σχέση με έναν ιδεολογικό προσανατολισμό ώστε οι χαρακτηρισμοί «συντηρητικός» και «προοδευτικός» διατηρούνται, αν και οι διαφορές μεταξύ τους έχουν καταργηθεί, καθώς δεν μπορεί να ισχύσει πια αυτό που έλεγε ο Βολταίρος «όλοι οι άνθρωποι στα λόγια μοιάζουν, στις πράξεις διαφέρουν».